Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

Η αναγκαιότητα του επαναστατικού πολιτικού μετώπου


Χρειάζεται το επαναστατικό πολιτικό μέτωπο ή πρόκειται για ιδεολογική κατασκευή; Κι όμως, το πολιτικό μέτωπο παίζει κρίσιμο, αποφασιστικό ρόλο στο μετασχηματισμό της δυνατότητας της εργατικής τάξης να συγκροτηθεί σε αυτοτελές υποκείμενο σε ιστορική πραγματικότητα της ταξικής πάλης. Ο μετασχηματισμός αυτός έχει το χαρακτήρα μιας σύνθετης διαμεσολάβησης που απαιτεί την οικοδόμηση του πολιτικού μετώπου ως αποφασιστικού, στρατηγικού κρίκου.

Υπάρχει μια «δυαδική ενότητα», ενότητα της εργατικής τάξης με τον «εαυτό» της, όπως επίσης ενότητα της εργατικής τάξης με τα σύμμαχα κοινωνικά στρώματα.


Η «γραμμή» του επαναστατικού πολιτικού μετώπου σ' αυτή τη νέα ιστορική και συγκλονιστική -συγχρόνως- εποχή της πάλης των τάξεων και της αναπαραγωγής του καπιταλισμού δεν εκπορεύεται ούτε από κανένα είδους πολιτικό υποκειμενισμό, ούτε από οποιαδήποτε εκδοχή γραφειοκρατικής βουλησιαρχίας. Αντίθετα, «υπακούει» στις αντικειμενικές απαιτήσεις της ταξικής πάλης, συμπυκνώνει - με τρόπο που είναι ιστορικά πρωτότυπος σε κάθε εποχή - την πολύπλοκη διαλεκτική αντικειμένου-υποκειμένου και αποτελεί συστατικό στοιχείο στρατηγικής σημασίας στη διαδικασία συγκρότησης του επαναστατικού υποκειμένου της εποχής μας.



Από μεθοδολογική άποψη θα μπορούσαμε να πούμε ότι ένα σύνολο αντικειμενικών και υποκειμενικών παραγόντων -στο πλαίσιο πάντα της διαλεκτικής τους ενότητας και αντίθεσης- καθιστά πολιτικά αναγκαία και στρατηγικής σημασίας την επιλογή του πολιτικού μετώπου. Κυρίως, όμως, επιβάλλεται και νομιμοποιείται από μια αντικειμενική δυνατότητα που χαρακτηρίζει τον πυρήνα της κεφαλαιοκρατικής εποχής, αλλά στην ιστορική περίοδο που διανύουμε αναβαθμίζεται ποιοτικά και ποσοτικά.

Είναι η αντικειμενική δυνατότητα της εργατικής τάξης να συγκροτηθεί-οργανωθεί σε ενιαίο -μέσα στη διαφορετικότητά του- ιστορικό υποκείμενο, ικανό να πρωταγωνιστήσει στην απόκρουση, τον κλονισμό και την ανατροπή της πολεμικής εκστρατείας του κεφαλαίου. Αλλά, επίσης, σε υποκείμενο ικανό να επιβάλει την ανατροπή της αστικής εξουσίας και τη συντριβή του αστικού κράτους, να ανοίξει το δρόμο της αντικαπιταλιστικής επανάστασης, της οικοδόμησης της εργατικής εξουσίας και της κομμουνιστικής προοπτικής.

Πάνω σε αυτή την πρωτογενή και καθοριστική ταυτόχρονα δυνατότητα -καθοριστική όχι μόνο για τις ανάγκες και τα δικαιώματα όλων των δυναστευόμενων τάξεων της κοινωνίας αλλά και για το μέλλον της ίδιας της ανθρωπότητας- οικοδομείται μια δυνατότητα «δευτερογενής», η οποία όμως έχει στρατηγική πολιτική σημασία. Είναι η δυνατότητα της σύγχρονης εργατικής ηγεμονίας, της συμμαχίας, δηλαδή, με τα άλλα λαϊκά στρώματα της κοινωνίας, στο πλαίσιο ενός ιστορικού συνασπισμού εξουσίας  - για να χρησιμοποιήσουμε τη «γλώσσα» του Γκράμσι- ικανού να προασπίσει με αποτελεσματικότητα τόσο τα άμεσα όσο και τα στρατηγικά, ριζικά συμφέροντα όλων των υποτελών τάξεων.

Κρίσιμο, αποφασιστικό ρόλο στο μετασχηματισμό αυτής της διπλής δυνατότητας σε ιστορική πραγματικότητα της ταξικής πάλης παίζει η οργάνωση-ύπαρξη του επαναστατικού πολιτικού μετώπου. Ο μετασχηματισμός αυτός δεν είναι μια αυτόματη και γραμμική διαδικασία, δεν έχει μονοσήμαντο περιεχόμενο. Αντίθετα, έχει το χαρακτήρα μιας σύνθετης διαμεσολάβησης που απαιτεί την οικοδόμηση του πολιτικού μετώπου ως αποφασιστικού, στρατηγικού κρίκου. Εντάσσεται, επομένως, στη διαλεκτική πολιτικού-κοινωνικού. Και όπως έλεγε πολύ εύστοχα ο Λένιν: «Η πολιτική είναι συμπυκνωμένη έκφραση της οικονομίας... Η πολιτική δεν μπορεί να μην έχει τα πρωτεία απέναντι στην οικονομία. Το να σκέπτεται κανείς διαφορετικά, θα πει ότι ξεχνάει το αλφάβητο του μαρξισμού» (Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμ. 42, σελ. 278, εκδ. Σύγχρονη Εποχή). Το γεγονός, βέβαια, ότι η πολιτική έχει προτεραιότητα έναντι της οικονομίας δεν αναιρεί τον καθοριστικό ρόλο της τελευταίας. «Αντίστοιχα», θα μπορούσαμε να πούμε ότι η πολιτική έχει τα πρωτεία και αποτελεί τη συμπύκνωση του κοινωνικο-ταξικού, χωρίς να ακυρώνει τον καθοριστικό του ρόλο.

Βέβαια, οι μορφές υλοποίησης της στρατηγικής αυτής απαίτησης, δηλαδή του πολιτικού μετώπου, είναι ιστορικά συγκεκριμένες. Συνδέονται άρρηκτα με το χαρακτήρα της ιστορικής εποχής, τη συγκυρία του κοινωνικού σχηματισμού και τα χαρακτηριστικά της ταξικής πάλης τόσο σε επίπεδο εποχής όσο και σε επίπεδο συγκυρίας. Όμως, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι δεν είναι αυτοσκοπός, επίσης, αλλά οφείλει να υπακούει στην προαγωγή αυτής της «δυαδικής» ενότητας κατ' αντιστοιχία με την προαναφερθείσα «δυαδική» δυνατότητα. Την ενότητα (τακτική και στρατηγική υπό την ηγεμονία της δεύτερης) της εργατικής τάξης με τον «εαυτό» της, όπως επίσης την ενότητα της εργατικής τάξης με τα σύμμαχα κοινωνικά στρώματα για την απόκρουση-ανατροπή της πολεμικής σταυροφορίας του κεφαλαίου και την επαναστατική υπέρβαση του καπιταλισμού.

Αυτή τη διαλεκτική προσέγγιση της ενωτικής-μετωπικής επαναστατικής πολιτικής θα την αναδείξουν με τις παρεμβάσεις τους οι Μαρξ και Ένγκελς. Έτσι, σε επιστολή που θα στείλει ο Μαρξ στον Γερμανό επαναστάτη Βίλχελμ Μπράκε, με αφορμή το επικείμενο συνέδριο της Γκότα (22-27 Μάη 1875), θα εκφράσει τη ριζική διαφωνία του προς το συνέδριο ενοποίησης των δύο τάσεων-οργανώσεων του γερμανικού εργατικού κινήματος, των Λασαλικών (Γενική Γερμανική Εργατική Ένωση) και των Αϊζεναχικών (Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα Γερμανίας) με επικεφαλής τους Λίμπκνεχτ και Μπέμπελ, θα υποστηρίξει πως: «Κάθε βήμα του πραγματικού κινήματος είναι σπουδαιότερο από μια δωδεκάδα προγράμματα. Αν, λοιπόν, δεν μπορούσαν να πάνε πιο πέρα από το πρόγραμμα του Άιζεναχ, τότε θάπρεπε απλώς να κλείσουν μια συμφωνία δράσης ενάντια στον κοινό εχθρό. Όταν όμως κάνουν προγράμματα αρχών, τότε βάζουν μπροστά σ' όλο τον κόσμο ορόσημα που μ' αυτά μετριέται το ύψος του κομματικού κινήματος» (Μαρξ-Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα, τόμ. Β, σελ. 5).

Βέβαια, η παραπάνω τοποθέτηση του Μαρξ δεν στρέφεται εναντίον της ανάγκης άσκησης ενωτικής-μετωπικής πολιτικής και, πολύ περισσότερο, εναντίον της προγραμματικής της θεμελίωσης. Ακριβώς το αντίθετο υπερασπίζεται, τη δυνατότητα και αναγκαιότητα προγραμματικής οικοδόμησης μιας επαναστατικής ενωτικής-μετωπικής πολιτικής. Μιας πολιτικής, δηλαδή, στον «αντίποδα» της κυρίαρχης αστικής στρατηγικής, ικανής να συμβάλει μέσα στη συγκυρία στον κλονισμό και την ανατροπή αυτής της στρατηγικής ή όψεών της, εγγεγραμμένης στον ορίζοντα της συνολικής ρήξης με την αστική εξουσία και τον καπιταλισμό και της κομμουνιστικής προοπτικής. Γι' αυτό και θα υπογραμμίσει ο Μαρξ: «Ξέρω πόσο ικανοποιεί τους εργάτες και μόνο το γεγονός της ενότητας, όμως γελιούνται αν νομίζουν πως τούτη η στιγμιαία επιτυχία δεν εξαγοράστηκε πολύ ακριβά» (Μαρξ-Ένγκελς, ό.π.).

ΣΥΜΠΡΑΞΗ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΤΟΤΗΤΑ

Η στάση των Μαρξ – Ένγκελς στην Α’ Διεθνή και την Κομμούνα

Άλλωστε, και η στάση που κράτησαν οι Μαρξ - Ένγκελς στο πλαίσιο της Α' Διεθνούς προϋπέθετε την έμπρακτη υπεράσπιση της ανάγκης υλοποίησης μιας ενωτικής-μετωπικής πολιτικής με το παραπάνω περιεχόμενο. «Όταν ο Μαρξ ίδρυσε τη Διεθνή», θα σημειώσει ο Ένγκελς, «σχεδίασε τους Γενικούς Κανόνες (Αρχές) μ' έναν τέτοιο τρόπο που όλοι οι φορείς του σοσιαλισμού μέσα στην εργατική τάξη εκείνης της περιόδου να μπορούν να προσχωρήσουν σε αυτή... Πού θα βρισκόμασταν σήμερα αν την περίοδο 1864-1873 επιμέναμε μόνο στη σύμπραξη με εκείνους που υιοθετούσαν ανοιχτά την πλατφόρμα μας; Νομίζω ότι όλη η πρακτική μας έχει δείξει ότι είναι δυνατό να συμμετέχουμε σε καθένα από τα στάδια ανάπτυξης του εργατικού κινήματος χωρίς να εγκαταλείπουμε ή να κρύβουμε τη διακριτή μας θέση και οργάνωση» (Marx-Engels, Collected Works, τόμ. 48, σελ. 9).

Και βέβαια η άποψη αυτή του Ένγκελς καθόλου δεν αποκλείει την τοποθέτησή του 14 χρόνια πιο πριν, στις 20 Ιουνίου 1873, σε επιστολή του προς τον Α. Μπέμπελ, σύμφωνα με την οποία: «Δεν πρέπει κανείς να αφήσει να τον παραπλανούν οι φωνές για “ενότητα”. Αυτοί που περισσότερο απ' όλους έχουν στο στόμα αυτή τη λέξη, είναι οι πιο μεγάλοι υποκινητές της διχόνοιας, όπως ακριβώς τώρα οι μπακουνιστές, οι δράστες όλων των διασπάσεων, που για τίποτα άλλο δεν φωνάζουν τόσο όσο για την ενότητα».

Η ίδια η Παρισινή Κομμούνα, ως η πρώτη στην ιστορία νικηφόρα εργατική επανάσταση, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελεί μια εμπειρία στα όρια της οποίας επιχειρείται και δοκιμάζεται η άσκηση μιας πολιτικής επαναστατικής ενότητας και μετώπου που απαιτεί εκείνη η κορυφαία «στιγμή» της ταξικής πάλης. Αυτή την πολιτική θα δοκιμάσουν και οι Μπολσεβίκοι, ο ίδιος ο Λένιν, με τη γραμμή του αριστερού συνασπισμού κατά την επανάσταση του 1905 και με διαφορετικό βέβαια τρόπο και περιεχόμενο το 1917.

Θα πρέπει, όμως, εδώ να σημειώσουμε ότι το πολιτικό μέτωπο δεν επιβάλλεται μόνο για την υπεράσπιση των στρατηγικών συμφερόντων της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών τάξεων, αλλά και για την αποτελεσματική προάσπιση των συγκυριακών-δευτερευόντων συμφερόντων όλων των εκμεταλλευόμενων-καταπιεζόμενων στρωμάτων. Η ανάγκη αυτή δεν αποδυναμώνει καθόλου τη στρατηγική σημασία της επιλογής του πολιτικού μετώπου.

Η πολιτική αυτή αναγκαιότητα, με την πρωτεύουσα και δευτερεύουσα όψη της, παραπέμπει σ' ένα υπόβαθρο με καθοριστική φιλοσοφική και πολιτική σημασία. Το υπόβαθρο αυτό είναι η διαλεκτική υποκειμένου-αντικειμένου, που με τη σειρά της είναι μια όψη της καθοριστικότερης διαλεκτικής σχέσης κοινωνικού είναι - κοινωνικής συνείδησης.


Δημήτρης Δημητούλης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...