Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2010

Ο καημένος ο Κρούγκμαν...


του Έρικ Γουλφ


Ο καημένος ο Πολ Κρούγκμαν , κολλημένος στην παλιά κεϊνσιανή ρουτίνα με τις παρωπίδες της. Η ύφεση θα τέλειωνε, λέει, αν απλώς η κυβέρνηση διατηρούσε περισσότερα και μεγαλύτερα ελλείμματα, προκειμένου να εξασφαλίζει την αναγκαία δημοσιονομική τόνωση. Αν απλώς οι άνθρωποι του Ομπάμα και εκείνοι οι τρελοί Ρεπουμπλικάνοι φοβούνταν λιγότερο μια τέτοια τολμηρή δράση της κυβέρνησης, αν ήταν λιγότερο σαστισμένοι από την ιδεολογία και λιγότερο αδαείς περί τα οικονομικά. Και συνεχίζει να προειδοποιεί ότι το 2010 θα είναι μια επανάληψη του 1937 και ότι η οικονομία θα βυθιστεί και πάλι.
Ακόμη και οι οπαδοί του δημοσιονομικού συντηρητισμού, οι Ρεπουμπλικάνοι και οι πλούσιοι, μια ομάδα η οποία αποτελείται λίγο-πολύ από τους ίδιους ανθρώπους, προτιμούν να δανείζεται η Ουάσιγκτον παρά να τους φορολογεί. Υπ΄ αυτή την έννοια, υποστηρίζουν τις κεϊνσιανές ελλειμματικές δαπάνες. Επίσης, παρακολουθούν την ασημένια γραμμή του νέφους του ελλείμματος, επειδή αυτοί δανείζουν και έτσι παίρνουν τόκο από την κυβέρνηση. Όταν οι κρίσεις είναι βαθιές και επαπειλείται μεγάλη ύφεση, η ομάδα αυτή ευθυγραμμίζεται, έστω και απρόθυμα, με τις κεϊνσιανές πολιτικές (όπως έκανε στα τέλη του 2008 και στις αρχές του 2009). Αλλά θέλει αυτές οι πολιτικές να είναι περιορισμένες ως προς το μέγεθος και τη διάρκεια. Αυτοί βάζουν τον Κρούγκμαν στην ίδια μοίρα με τους πεσιμιστές.
Γιατί διαπληκτίζονται με τόσο μένος; Στην προαναφερόμενη ομάδα ανθρώπων δεν αρέσουν τα μεγάλα, μακροχρόνια ελλείμματα , λόγω των κινδύνων που δημιουργούν. Πρώτον, ανησυχούν ότι η Ουάσιγκτον, παραφουσκωμένη με δανεικό χρήμα, θα μπει στον πειρασμό –-λόγω πολιτικής πίεσης-- να προσλάβει άνεργους εργάτες απευθείας και να παράγει αγαθά και υπηρεσίες που ανταγωνίζονται την παραγωγή των ιδιωτών. Δεύτερον, ανησυχούν ότι οι κρατικές επιχειρήσεις θα μπορούσαν να μη λειτουργούν όπως οι ιδιωτικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις -– δηλαδή θα μπορούσαν να λειτουργούν πιο δημοκρατικά, με μεγαλύτερη συμμετοχή των εργαζόμενων στις βασικές αποφάσεις--, επηρεάζοντας έτσι τους εργάτες του ιδιωτικού τομέα οι οποίοι θα απαιτούσαν ενδεχομένως παρόμοιες συνθήκες. Τρίτον, ως δανειστές που χρηματοδοτούν τα ελλείμματα της κυβέρνησης, ανησυχούν ότι η αύξηση της εξυπηρέτησης του χρέους βαραίνει τους κρατικούς προϋπολογισμούς και θα προκαλέσει λαϊκές απαιτήσεις για επέκταση της εξόφλησης, περικοπή του χρέους ή και πλήρη αθέτησή του. Τέταρτον, ανησυχούν ότι ο μεγαλύτερος κυβερνητικός δανεισμός θα “στριμώξει” τους ιδιώτες δανειστές και/ή θα τους επιβάλει υψηλότερο κόστος για τόκους. Πέμπτον, αμφιβάλλουν ότι τα σημερινά ελλείμματα του προϋπολογισμού θα μειωθούν μέσω μελλοντικών πλεονασμάτων.
Όμως, πιο πολύ απεχθάνονται τις κεϊνσιανές ελλειμματικές δαπάνες , επειδή πιστεύουν ότι καθυστερούν τις βασικές οικονομικές προσαρμογές που είναι αναγκαίες για να τερματίζονται οι κρίσεις και να επιτυγχάνεται ξανά οικονομική μεγέθυνση, απασχόληση και εισόδημα. Υποστηρίζουν ότι οι δαπάνες μέσω ελλειμμάτων –-μειώνοντας την ανεργία-- επιβραδύνουν ή σταματούν την πτώση των μισθών και των ημερομισθίων, που είναι αναγκαία για να αναζωογονηθεί η κερδοφορία των επιχειρήσεων, μόνη ικανή να επιφέρει αύξηση των επενδύσεων και οικονομική μεγέθυνση. Παρομοίως, επιβραδύνοντας τη συρρίκνωση της παραγωγής, οι ελλειμματικές δαπάνες επιβραδύνουν ή σταματούν την πτώση του κόστους των υλικών που είναι αναγκαία για να αναζωογονηθεί η κερδοφορία. Εν ολίγοις, όλοι αυτοί πιστεύουν πως οι ελλειμματικές δαπάνες, εκτός από περιπτώσεις πολύ γρήγορων, σύντομων ενέσεων προκειμένου να αντισταθμιστούν ακραίες υφέσεις, συνιστούν μια πολιτική αναποτελεσματική και καταστροφική για την αναζωογόνηση του καπιταλισμού που βρίσκεται σε κρίση. Επιμηκύνει και συνεπώς επιδεινώνει τους οικονομικούς κύκλους αντί να επιτρέπει τη “δημιουργική καταστροφή” -- εξαφανίζοντας αυτές που θεωρούν “αναποτελεσματικές” θέσεις εργασίας και επιχειρήσεις.
Όλες αυτές οι ανησυχίες απορρέουν λογικά από την κατεστημένη (νεοκλασική) θεωρία για το πώς λειτουργεί ο καπιταλισμός. Οι κεϊνσιανοί έχουν μια ελαφρώς διαφορετική θεωρία, αλλά κυρίως τους απασχολεί ένα διαφορετικό ζήτημα. Γι΄ αυτούς, η “δημιουργική καταστροφή” μπορεί να προκαλέσει ένα κοινωνικό κίνημα που θα αμφισβητήσει τον καπιταλισμό και θα απαιτήσει θεμελιακή κοινωνική αλλαγή.
Αυτή η μανιασμένη συζήτηση αναπαράγει τον κλασικό ανταγωνισμό ανάμεσα στη Δεξιά και το Κέντρο για το πώς θα έπρεπε να χειρίζονται οι κυβερνήσεις τους οικονομικούς κύκλους. Ο κοινός αντικειμενικός σκοπός τους είναι η διασφάλιση του καπιταλισμού και η αναβίωση της οικονομικής μεγέθυνσης πριν από την επόμενη ύφεση. Γι΄ αυτό η κάθε πλευρά καρφώνει την άλλη κατηγορώντας την ότι “με την πολιτική της απειλεί το καπιταλιστικό σύστημα με το πρόσχημα της αναζωογόνησής του”.
Οι ατελείωτες συζητήσεις μεταξύ των δύο πλευρών αποτελούν θεάματα μαζικού αντιπερισπασμού: το πολιτικό θέατρο για “το ξεπέρασμα της οικονομικής κρίσης”. Καθώς η σχετική δύναμή τους μετατοπίζεται, η δημόσια πολιτική ταλαντώνεται μεταξύ των δύο πλευρών. Ο Μπους έκανε σχετικά λίγα πράγματα το 2007 και το 2008, οι σύμβουλοί του ήταν πιστοί οπαδοί της “δημιουργικής καταστροφής”. Όταν όμως η ύφεση βάθυνε, εξαπλώθηκε και προέκυψε η απειλή των ανεξέλεγκτων διαστάσεών της, πολλοί από αυτούς, τους ίδιους συμβούλους άλλαξαν και ασπάστηκαν τον κεϊνσιανό παρεμβατισμό. Ο Ομπάμα τους κράτησε στη δούλεψή του για να κάνουν ακριβώς το ίδιο. Και οι ελπίδες του Κρούγκμαν αναπτερώθηκαν. Από τη στιγμή που φάνηκε πως η “ανάκαμψη” είχε επιστρέψει, στη διάρκεια του 2009 και στις αρχές του 2010, η πολιτική δυναμική μετατοπίστηκε προς την ομάδα των οπαδών του δημοσιονομικού συντηρητισμού, των Ρεπουμπλικάνων και των πλουσίων, η δέσμευση του Ομπάμα στον κεϊνσιανισμό εξασθένησε και ο Κρούγκμαν άρχισε να πανικοβάλλεται.
Εν τω μεταξύ, κάτω από την επιφάνεια αυτών των συζητήσεων, η πραγματική οικονομία κάνει τον κύκλο της με τον συνήθη καπιταλιστικό τρόπο. Η διαρκής υψηλή ανεργία, οι κατασχέσεις σπιτιών και η στάσιμη παραγωγή κρατούν χαμηλά τους μισθούς, τα επιδόματα και το μη ανθρώπινο κόστος των ιδιωτικών επιχειρήσεων (πτώση στο κόστος του εξοπλισμού από δεύτερο χέρι, των ενοικίων κ.λπ). Τελικά, όλα αυτά θα πέσουν αρκετά χαμηλά για να εμφανιστούν πιθανότητες κέρδους αρκετά ελκυστικές, ώστε να αποφασίσουν οι καπιταλιστές να κάνουν επενδύσεις. Μετά θα σημειωθεί η συνήθης οικονομική άνοδος. Ωστόσο, ο χρόνος, τα βάσανα και η κριτική της οικονομίας που εμπεριέχονται σ΄ αυτό το “τελικά” μπορεί να γεννήσουν κοινωνικές εντάσεις και κινήματα που πρέπει να αναχαιτιστούν. Αυτή η εξέλιξη θα απαιτήσει μια νέα κεϊνσιανού τύπου παρέμβαση. Και τότε οι οπαδοί του δημοσιονομικού συντηρητισμού, οι Ρεπουμπλικάνοι και οι πλούσιοι θα ξαναμπούν στη θέση της νομιμόφρονος αντιπολίτευσης και θα περιμένουν ξανά την “ανάκαμψη” για να επιστρέψουν στην εξουσία.
Ούτε η μία ούτε η άλλη πλευρά διασφαλίζει κατά τον καλύτερο τρόπο το καπιταλιστικό σύστημα έναντι των ασταθειών του. Μάλλον η ταλάντωση του κοινού μεταξύ τους είναι που παίζει αυτό το ρόλο. Παρομοίως, ούτε οι Ρεπουμπλικάνοι ούτε οι Δημοκρατικοί εγγυώνται κατά τον καλύτερο τρόπο την υποταγή της κυβέρνησης στην καπιταλιστική οργάνωση της οικονομίας. Αυτό επιτυγχάνεται πάνω απ΄ όλα από τις ταλαντώσεις μεταξύ τους, οι οποίες καθιστούν την καθεμία πλευρά το αντίδοτο για τις αποτυχίες της άλλης.
Σπανίως ακούγονται επιχειρήματα πως το πρόβλημα είναι ο καπιταλισμός και ότι λύση είναι ένα άλλο σύστημα. Τα ΜΜΕ, οι πολιτικοί, η προαναφερόμενη ομάδα οπαδών του δημοσιονομικού συντηρητισμού, Ρεπουμπλικάνων και πλουσίων και ο Πολ Κρούγκμαν συντηρούν αυτή τη σιωπή. Όμως, με μια περίεργη τροπή των πραγμάτων, η εναλλακτική του σοσιαλισμού έχει έλθει ξανά στην επιφάνεια. Οι οπαδοί του Τea Party , που έχουν εξαιρετικά αναπτυγμένη την αμερικανική τάση να κατηγορείται για τα οικονομικά προβλήματα πρώτα απ΄ όλα και κυρίως η κυβέρνηση, επικρίνουν τον Ομπάμα και την πολιτική του ως “σοσιαλιστική”. Επειδή τον όρο τον έβαλαν στη συζήτηση οι αντίπαλοι του Ομπάμα, οι εναπομείναντες υποστηρικτές του, ιδίως οι νέοι, έχουν αρχίσει να ρωτούν γι΄ αυτόν το “σοσιαλισμό”. Είναι ένα αυθεντικό ενδιαφέρον (και όχι ενοχή) λόγω συνάφειας. Σε αμέτρητους τόπους, ερχόμαστε αντιμέτωποι με φιλικά ερωτήματα σχετικά με το σοσιαλισμό και ποιες είναι οι σοσιαλιστικές απαντήσεις στην κρίση του καπιταλισμού. Η Αριστερά των ΗΠΑ βρίσκεται ενώπιον μιας ιστορικής στιγμής πραγματικών ευκαιριών.
*Ο Ρικ Γουλφ είναι μαρξιστής καθηγητής Οικονομικών
Ο καημένος ο Πολ Κρούγκμαν , κολλημένος στην παλιά κεϊνσιανή ρουτίνα με τις παρωπίδες της. Η ύφεση θα τέλειωνε, λέει, αν απλώς η κυβέρνηση διατηρούσε περισσότερα και μεγαλύτερα ελλείμματα, προκειμένου να εξασφαλίζει την αναγκαία δημοσιονομική τόνωση. Αν απλώς οι άνθρωποι του Ομπάμα και εκείνοι οι τρελοί Ρεπουμπλικάνοι φοβούνταν λιγότερο μια τέτοια τολμηρή δράση της κυβέρνησης, αν ήταν λιγότερο σαστισμένοι από την ιδεολογία και λιγότερο αδαείς περί τα οικονομικά. Και συνεχίζει να προειδοποιεί ότι το 2010 θα είναι μια επανάληψη του 1937 και ότι η οικονομία θα βυθιστεί και πάλι.
Ακόμη και οι οπαδοί του δημοσιονομικού συντηρητισμού, οι Ρεπουμπλικάνοι και οι πλούσιοι, μια ομάδα η οποία αποτελείται λίγο-πολύ από τους ίδιους ανθρώπους, προτιμούν να δανείζεται η Ουάσιγκτον παρά να τους φορολογεί. Υπ΄ αυτή την έννοια, υποστηρίζουν τις κεϊνσιανές ελλειμματικές δαπάνες. Επίσης, παρακολουθούν την ασημένια γραμμή του νέφους του ελλείμματος, επειδή αυτοί δανείζουν και έτσι παίρνουν τόκο από την κυβέρνηση. Όταν οι κρίσεις είναι βαθιές και επαπειλείται μεγάλη ύφεση, η ομάδα αυτή ευθυγραμμίζεται, έστω και απρόθυμα, με τις κεϊνσιανές πολιτικές (όπως έκανε στα τέλη του 2008 και στις αρχές του 2009). Αλλά θέλει αυτές οι πολιτικές να είναι περιορισμένες ως προς το μέγεθος και τη διάρκεια. Αυτοί βάζουν τον Κρούγκμαν στην ίδια μοίρα με τους πεσιμιστές.
Γιατί διαπληκτίζονται με τόσο μένος; Στην προαναφερόμενη ομάδα ανθρώπων δεν αρέσουν τα μεγάλα, μακροχρόνια ελλείμματα , λόγω των κινδύνων που δημιουργούν. Πρώτον, ανησυχούν ότι η Ουάσιγκτον, παραφουσκωμένη με δανεικό χρήμα, θα μπει στον πειρασμό –-λόγω πολιτικής πίεσης-- να προσλάβει άνεργους εργάτες απευθείας και να παράγει αγαθά και υπηρεσίες που ανταγωνίζονται την παραγωγή των ιδιωτών. Δεύτερον, ανησυχούν ότι οι κρατικές επιχειρήσεις θα μπορούσαν να μη λειτουργούν όπως οι ιδιωτικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις -– δηλαδή θα μπορούσαν να λειτουργούν πιο δημοκρατικά, με μεγαλύτερη συμμετοχή των εργαζόμενων στις βασικές αποφάσεις--, επηρεάζοντας έτσι τους εργάτες του ιδιωτικού τομέα οι οποίοι θα απαιτούσαν ενδεχομένως παρόμοιες συνθήκες. Τρίτον, ως δανειστές που χρηματοδοτούν τα ελλείμματα της κυβέρνησης, ανησυχούν ότι η αύξηση της εξυπηρέτησης του χρέους βαραίνει τους κρατικούς προϋπολογισμούς και θα προκαλέσει λαϊκές απαιτήσεις για επέκταση της εξόφλησης, περικοπή του χρέους ή και πλήρη αθέτησή του. Τέταρτον, ανησυχούν ότι ο μεγαλύτερος κυβερνητικός δανεισμός θα “στριμώξει” τους ιδιώτες δανειστές και/ή θα τους επιβάλει υψηλότερο κόστος για τόκους. Πέμπτον, αμφιβάλλουν ότι τα σημερινά ελλείμματα του προϋπολογισμού θα μειωθούν μέσω μελλοντικών πλεονασμάτων.
Όμως, πιο πολύ απεχθάνονται τις κεϊνσιανές ελλειμματικές δαπάνες , επειδή πιστεύουν ότι καθυστερούν τις βασικές οικονομικές προσαρμογές που είναι αναγκαίες για να τερματίζονται οι κρίσεις και να επιτυγχάνεται ξανά οικονομική μεγέθυνση, απασχόληση και εισόδημα. Υποστηρίζουν ότι οι δαπάνες μέσω ελλειμμάτων –-μειώνοντας την ανεργία-- επιβραδύνουν ή σταματούν την πτώση των μισθών και των ημερομισθίων, που είναι αναγκαία για να αναζωογονηθεί η κερδοφορία των επιχειρήσεων, μόνη ικανή να επιφέρει αύξηση των επενδύσεων και οικονομική μεγέθυνση. Παρομοίως, επιβραδύνοντας τη συρρίκνωση της παραγωγής, οι ελλειμματικές δαπάνες επιβραδύνουν ή σταματούν την πτώση του κόστους των υλικών που είναι αναγκαία για να αναζωογονηθεί η κερδοφορία. Εν ολίγοις, όλοι αυτοί πιστεύουν πως οι ελλειμματικές δαπάνες, εκτός από περιπτώσεις πολύ γρήγορων, σύντομων ενέσεων προκειμένου να αντισταθμιστούν ακραίες υφέσεις, συνιστούν μια πολιτική αναποτελεσματική και καταστροφική για την αναζωογόνηση του καπιταλισμού που βρίσκεται σε κρίση. Επιμηκύνει και συνεπώς επιδεινώνει τους οικονομικούς κύκλους αντί να επιτρέπει τη “δημιουργική καταστροφή” -- εξαφανίζοντας αυτές που θεωρούν “αναποτελεσματικές” θέσεις εργασίας και επιχειρήσεις.
Όλες αυτές οι ανησυχίες απορρέουν λογικά από την κατεστημένη (νεοκλασική) θεωρία για το πώς λειτουργεί ο καπιταλισμός. Οι κεϊνσιανοί έχουν μια ελαφρώς διαφορετική θεωρία, αλλά κυρίως τους απασχολεί ένα διαφορετικό ζήτημα. Γι΄ αυτούς, η “δημιουργική καταστροφή” μπορεί να προκαλέσει ένα κοινωνικό κίνημα που θα αμφισβητήσει τον καπιταλισμό και θα απαιτήσει θεμελιακή κοινωνική αλλαγή.
Αυτή η μανιασμένη συζήτηση αναπαράγει τον κλασικό ανταγωνισμό ανάμεσα στη Δεξιά και το Κέντρο για το πώς θα έπρεπε να χειρίζονται οι κυβερνήσεις τους οικονομικούς κύκλους. Ο κοινός αντικειμενικός σκοπός τους είναι η διασφάλιση του καπιταλισμού και η αναβίωση της οικονομικής μεγέθυνσης πριν από την επόμενη ύφεση. Γι΄ αυτό η κάθε πλευρά καρφώνει την άλλη κατηγορώντας την ότι “με την πολιτική της απειλεί το καπιταλιστικό σύστημα με το πρόσχημα της αναζωογόνησής του”.
Οι ατελείωτες συζητήσεις μεταξύ των δύο πλευρών αποτελούν θεάματα μαζικού αντιπερισπασμού: το πολιτικό θέατρο για “το ξεπέρασμα της οικονομικής κρίσης”. Καθώς η σχετική δύναμή τους μετατοπίζεται, η δημόσια πολιτική ταλαντώνεται μεταξύ των δύο πλευρών. Ο Μπους έκανε σχετικά λίγα πράγματα το 2007 και το 2008, οι σύμβουλοί του ήταν πιστοί οπαδοί της “δημιουργικής καταστροφής”. Όταν όμως η ύφεση βάθυνε, εξαπλώθηκε και προέκυψε η απειλή των ανεξέλεγκτων διαστάσεών της, πολλοί από αυτούς, τους ίδιους συμβούλους άλλαξαν και ασπάστηκαν τον κεϊνσιανό παρεμβατισμό. Ο Ομπάμα τους κράτησε στη δούλεψή του για να κάνουν ακριβώς το ίδιο. Και οι ελπίδες του Κρούγκμαν αναπτερώθηκαν. Από τη στιγμή που φάνηκε πως η “ανάκαμψη” είχε επιστρέψει, στη διάρκεια του 2009 και στις αρχές του 2010, η πολιτική δυναμική μετατοπίστηκε προς την ομάδα των οπαδών του δημοσιονομικού συντηρητισμού, των Ρεπουμπλικάνων και των πλουσίων, η δέσμευση του Ομπάμα στον κεϊνσιανισμό εξασθένησε και ο Κρούγκμαν άρχισε να πανικοβάλλεται.
Εν τω μεταξύ, κάτω από την επιφάνεια αυτών των συζητήσεων, η πραγματική οικονομία κάνει τον κύκλο της με τον συνήθη καπιταλιστικό τρόπο. Η διαρκής υψηλή ανεργία, οι κατασχέσεις σπιτιών και η στάσιμη παραγωγή κρατούν χαμηλά τους μισθούς, τα επιδόματα και το μη ανθρώπινο κόστος των ιδιωτικών επιχειρήσεων (πτώση στο κόστος του εξοπλισμού από δεύτερο χέρι, των ενοικίων κ.λπ). Τελικά, όλα αυτά θα πέσουν αρκετά χαμηλά για να εμφανιστούν πιθανότητες κέρδους αρκετά ελκυστικές, ώστε να αποφασίσουν οι καπιταλιστές να κάνουν επενδύσεις. Μετά θα σημειωθεί η συνήθης οικονομική άνοδος. Ωστόσο, ο χρόνος, τα βάσανα και η κριτική της οικονομίας που εμπεριέχονται σ΄ αυτό το “τελικά” μπορεί να γεννήσουν κοινωνικές εντάσεις και κινήματα που πρέπει να αναχαιτιστούν. Αυτή η εξέλιξη θα απαιτήσει μια νέα κεϊνσιανού τύπου παρέμβαση. Και τότε οι οπαδοί του δημοσιονομικού συντηρητισμού, οι Ρεπουμπλικάνοι και οι πλούσιοι θα ξαναμπούν στη θέση της νομιμόφρονος αντιπολίτευσης και θα περιμένουν ξανά την “ανάκαμψη” για να επιστρέψουν στην εξουσία.
Ούτε η μία ούτε η άλλη πλευρά διασφαλίζει κατά τον καλύτερο τρόπο το καπιταλιστικό σύστημα έναντι των ασταθειών του. Μάλλον η ταλάντωση του κοινού μεταξύ τους είναι που παίζει αυτό το ρόλο. Παρομοίως, ούτε οι Ρεπουμπλικάνοι ούτε οι Δημοκρατικοί εγγυώνται κατά τον καλύτερο τρόπο την υποταγή της κυβέρνησης στην καπιταλιστική οργάνωση της οικονομίας. Αυτό επιτυγχάνεται πάνω απ΄ όλα από τις ταλαντώσεις μεταξύ τους, οι οποίες καθιστούν την καθεμία πλευρά το αντίδοτο για τις αποτυχίες της άλλης.
Σπανίως ακούγονται επιχειρήματα πως το πρόβλημα είναι ο καπιταλισμός και ότι λύση είναι ένα άλλο σύστημα. Τα ΜΜΕ, οι πολιτικοί, η προαναφερόμενη ομάδα οπαδών του δημοσιονομικού συντηρητισμού, Ρεπουμπλικάνων και πλουσίων και ο Πολ Κρούγκμαν συντηρούν αυτή τη σιωπή. Όμως, με μια περίεργη τροπή των πραγμάτων, η εναλλακτική του σοσιαλισμού έχει έλθει ξανά στην επιφάνεια. Οι οπαδοί του Τea Party , που έχουν εξαιρετικά αναπτυγμένη την αμερικανική τάση να κατηγορείται για τα οικονομικά προβλήματα πρώτα απ΄ όλα και κυρίως η κυβέρνηση, επικρίνουν τον Ομπάμα και την πολιτική του ως “σοσιαλιστική”. Επειδή τον όρο τον έβαλαν στη συζήτηση οι αντίπαλοι του Ομπάμα, οι εναπομείναντες υποστηρικτές του, ιδίως οι νέοι, έχουν αρχίσει να ρωτούν γι΄ αυτόν το “σοσιαλισμό”. Είναι ένα αυθεντικό ενδιαφέρον (και όχι ενοχή) λόγω συνάφειας. Σε αμέτρητους τόπους, ερχόμαστε αντιμέτωποι με φιλικά ερωτήματα σχετικά με το σοσιαλισμό και ποιες είναι οι σοσιαλιστικές απαντήσεις στην κρίση του καπιταλισμού. Η Αριστερά των ΗΠΑ βρίσκεται ενώπιον μιας ιστορικής στιγμής πραγματικών ευκαιριών.
*Ο Ρικ Γουλφ είναι μαρξιστής καθηγητής Οικονομικών. 

πηγή: Αριστερό Βημά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...